Ο Παύλος Κοντογιαννίδης είναι πάνω από όλα -εκτός από σπουδαίος ρολίστας και αξιόλογος κωμικός ηθοποιός- ένας καλός άνθρωπος, που αγχώθηκε για το αν μας αρέσει το μαγαζί που διάλεξε για τη συνάντησή μας. Ενας γλυκός άνθρωπος, που δεν «ξίνισε» καθόλου, όταν διέκοπταν τη συνομιλία μας οι θαμώνες για να του πουν «γεια σου, βρε αρχηγέ» ή «τι κάνεις, ρε μεγάλε;».

Δεν έγινε καλλιτέχνης για την αναγνώριση, αλλά γιατί αγαπούσε το θέατρο. Και όταν ήρθε η δημοφιλία, δεν φόρεσε ποτέ μαύρα γυαλιά, ώστε να αποφεύγει τον κόσμο που τον χτυπά φιλικά στην πλάτη. Αλλωστε, αυτός ο κύριος από τον Πόντο, για τον οποίο η καταγωγή του είναι τιμή του και καμάρι του, δεν θα μπορούσε ποτέ να καβαλήσει… το καλάμι. Από 12 χρονών οδηγούσε τρακτέρ. Παλικαράκι άνοιγε αυλάκια στα χωράφια για μπαμπάκια με τον πατέρα και τη μητέρα του. Στα πρώτα καλλιτεχνικά βήματά του η Ελλη Λαμπέτη τού δήλωσε «βουβά» τον θαυμασμό της, ο Λάκης Λαζόπουλος έγραψε για εκείνον το πρώτο κείμενό του στην επιθεώρηση, ενώ οι δάσκαλοί του πάνω στη σκηνή ήταν ο Μίμης Φωτόπουλος και ο Θανάσης Βέγγος.

Ο Παύλος Κοντογιαννίδης ποζάρει χαμογελαστός στον φωτογραφικό φακό. Μικρή φωτό: Η αφίσα της παράστασης «Σέρρα» Ο Παύλος Κοντογιαννίδης μιλά στην «Espresso» και, χωρίς να μασά τα λόγια του, λέει με σθένος την άποψή του για την κατάσταση στην Ελλάδα του σήμερα, για τους τοκιστές που δεν έχουν συναισθήματα, για το τέταρτο και το πέμπτο μνημόνιο που θα μας χτυπήσουν την πόρτα. Παράλληλα αποκαλύπτει την πρόθεσή του να ανεβάσει άμεσα την παράσταση «Σέρρα», έναν μονόλογο-φόρο τιμής στους πρόσφυγες του Πόντου που έχασαν «τα δένδρα τα δίφορα», η οποία βασίζεται στο best seller του Γιάννη Καλπούζου.

4rfdsgd

Από πού είναι η καταγωγή σας;
Από τη Βέροια. Το χωριό λέγεται Μετόχι Ημαθίας και βρίσκεται δίπλα στο φράγμα του Αλιάκμονα. Είναι ένας χώρος καταπληκτικός. Εκεί έζησα όλα τα παιδικά μου χρόνια. Οι γονείς μου ήταν πρόσφυγες από την Τραπεζούντα και την Αργυρούπολη του Πόντου. Ξεριζωμένοι, το 1922, πήγαν στην Πόλη, μετά στον Πειραιά και τελικά στη Βέροια, γιατί ο πατέρας μου αγαπούσε τη φύση και το χώμα. Είμαι Πόντιος, από αγροτική οικογένεια.

Βοηθούσατε και εσείς στα χωράφια;
Οι γονείς μου ήταν πολύ εργατικοί άνθρωποι. Ο πατέρας μου βρισκόταν από το πρωί μέχρι το βράδυ στα κτήματα και η μητέρα μου, με πέντε παιδιά, έκανε σχεδόν τα πάντα. Ήμουν ο βενιαμίν της οικογένειας. Οι δικοί μου με απέκτησαν μετά τους πολέμους και τον Εμφύλιο, σε μια πολύ δύσκολη χρονική περίοδο για την Ελλάδα, όπου υπήρχε πολλή φτώχεια και οι άνθρωποι έφευγαν στην ξενιτιά. Τη δεκαετία του ’60 θυμάμαι φίλους, συγγενείς, θα έλεγα ένα ολόκληρο χωριό να ψάχνει το όνειρο για μια καλύτερη ζωή σε Γερμανία, Αυστραλία και Αμερική.

Οι δικοί μου δεν έγιναν μετανάστες, πάλευαν με τη γη. Με θυμάμαι δώδεκα χρονών αγόρι όχι μόνο να εργάζομαι στα χωράφια, αλλά και να οδηγώ τρακτέρ. Στο χωριό είχαμε μείνει από παιδιά -δεν θα το ξεχάσω ποτέ αυτό-, εγώ και ο 13χρονος ξάδερφός μου. Όλοι οι άλλοι ήταν γέροντες.

t5erd_5

Έτσι έκανα όλα τα θελήματα. Έχω πάρει τόσες ευχές από παππούδες και γιαγιάδες, που μου φαίνεται ότι θα ζήσω για χίλια χρόνια (γέλια). Τα παιδικά μου χρόνια ήταν φτωχά, δημιουργικά, ανθρώπινα μέσα στην πεδιάδα του Αλιάκμονα, που είχε τόσο χρώμα.

Ψάξατε ποτέ τις ρίζες σας στην Τραπεζούντα;
Α, τώρα τι με ρωτάτε… Αυτό είναι το όνειρό μου και των ανιψιών μου. Να πάμε στον Πόντο και στη Μικρά Ασία, γιατί από εκεί κατάγεται ο πατέρας τους. Πάντως, οι αφηγήσεις των δικών μου για τις περιοχές που άφησαν δεν ήταν καταστροφικού περιεχομένου. Μιλούσαν πάντα με νοσταλγία. Εγώ άκουγα όσα έλεγαν για τα σπίτια τους, τις αγορές, τις εκκλησιές τους σαν παραμύθι. Η μητέρα μου έλεγε ότι στον Πόντο τα δέντρα ήταν δίφορα, δηλαδή οι μηλιές έβγαζαν μήλα δυο φορές τον χρόνο. Μου φαινόταν παράδεισος.

Και τότε πώς, αντί για τη φύση, σας κέρδισαν το σανίδι και η υποκριτική;
Για όλα φταίει μια πατριωτική παράσταση, για την οποία όλα τα τμήματα του σχολείου είχαν δουλέψει πολύ: άλλοι τα κοστούμια, άλλοι τα σκηνικά. Ανεβάσαμε, λοιπόν, το έργο «Ηφαίστειο» του Παντελή Πρεβελάκη. Εγώ ήμουν ο αντιήρωας, ο Τούρκος πασάς, δηλαδή ο κακός της ιστορίας που έβαλε φωτιά στη Μονή του Αρκαδίου.

Στο φινάλε του έργου με χειροκροτούσε όλη η Βέροια, 2.500 θεατές στο κινηματοθέατρο Ζάππειον. Για ένα παλικαράκι του λυκείου όλο αυτό ήταν μια υπέροχη εμπειρία. Το φοβερό για μένα ήταν ότι ο δικοί μου δεν είχαν έρθει στην παράσταση γιατί δούλευαν. Το είχα παράπονο, αλλά τους καταλάβαινα κιόλας. Οι γονείς μου ήταν δουλειά – σπίτι. Ακόμη κι εγώ στον ελεύθερο χρόνο μου, επειδή δεν μου ερχόταν καλά, έπαιρνα το ποδήλατό μου και πήγαινα να δώσω ένα χέρι βοήθειας στον πατέρα μου στα χωράφια. Αυτό μου άφησαν οι γονείς μου ως ευχή: δουλειά, δουλειά.

Οι δικοί σας τι ήθελαν να σπουδάσετε;
Δεν μου είπαν ποτέ «γίνε αυτό ή το άλλο». Κι αυτό θέλω να το αναφέρω και ως παράδειγμα στους σημερινούς γονείς. Το παιδί που έχει αποφασίσει ότι θα πάρει έναν συγκεκριμένο δρόμο στη ζωή του θα βρει τον τρόπο και θα τον πραγματοποιήσει. Θυμάμαι, μετά τη θεατρική παράσταση του σχολείου, έσκαβα αυλάκια για τα μπαμπάκια και είπα στη μητέρα μου: «Βρε μάνα, έχεις έναν τέτοιο γιο και τον χαραμίζεις στα χωράφια;» Η μάνα μου ήταν τόσο γλυκιά. Θυμάμαι πως μου είπε: «Να είσαι καλά, βρε Παυλάκη», έτσι με έλεγε, «με έκανες και γέλασα».

Οταν πήγα στη Θεσσαλονίκη και πέρασα στις εξετάσεις του Μακεδονικού Ωδείου, που είχε και δραματική σχολή, την πήρα τηλέφωνο και της το είπα με χαρά. «Καλά έκανες, καμάρι μου, και πέρασες. Και τι βγαίνουνε από εκεί;» με ρώτησε και της απάντησα: «Ηθοποιός, μάνα». «Αφού, αγόρι μου, σε ευχαριστεί αυτό που επέλεξες, να το κάνεις» ήταν η απάντησή της. Ομως έπρεπε να υπηρετήσω και την πατρίδα και βρέθηκα στο Διδυμότειχο. Οι σπουδές σταμάτησαν και ξεκίνησαν ξανά στη Σχολή Σταυράκου, όπου είχε και τμήμα κινηματογράφου, και ολοκληρώθηκαν με υποτροφία στη Σχολή Ρούλας Πατεράκη.

Ποια ήταν η πρώτη επαγγελματική δουλειά σας;
Στον θίασο Αντωνόπουλου – Ζαβιτσιάνου με την παράσταση «Ανάσταση» του Τολστόι και παραγωγό τη Νίνα Λεμπέση στο θέατρο Αυλαία, στη Θεσσαλονίκη. Ηταν μια καταπληκτική εμπειρία. Η επόμενη δουλειά ήρθε από το Κρατικό Θέατρο Βορείου Ελλάδας, με τον Μάνο Κατράκη, τον Γιάννη Βόγλη στον «Θάνατο του Διγενή Ακρίτα». Παράλληλα έπαιζα και στο Θεατρικό Εργαστήρι, το αγαπημένο στέκι των φοιτητών στη Θεσσαλονίκη.

t5erd_6

Εκεί γνώρισα τον Θόδωρο Τερζόπουλο, που είχε έρθει με περγαμηνές από το Βερολίνο, από το Μπερλίνερ Ανσάμπλ, και με αυτόν έμαθα τι σημαίνει διαλεκτική και ιδεολογία. Στο Θεατρικό Εργαστήρι έφαγα τον Μπρεχτ με το κουτάλι. Τη χρονιά που πέθανε ο πατέρας μου δέχτηκα πρόταση από το ΔΗΠΕΘΕ Βέροιας. Κάτι με έσπρωχνε να πάω προς τα μέρη μου. Εκεί ανεβάσαμε με την Ελένη Γερασιμίδου την παράσταση «Φώντας» του Ευθυμιάδη στο Δημοτικό Θέατρο της πόλης. Η Ελένη εργαζόταν στο Θεατρικό Εργαστήρι, αλλά τα τελευταία χρόνια είχε μεταπηδήσει στο Θεσσαλικό Θέατρο με τους Αννα Βαγενά, Λουκιανό Κηλαηδόνη, Κώστα Τσιάνο, Διαγόρα Χρονόπουλο, κι έτσι βρέθηκα κι εγώ μαζί τους. Εκεί γνώρισα αυτό το μοναδικό είδος που λέγεται επιθεώρηση.

Εκεί συναντήσατε και τον Λάκη Λαζόπουλο;
Ναι. Αρχισε μια παράλληλη πορεία με τον Λάκη. Η πρώτη παράσταση επιθεώρησης που παίξαμε είχε τίτλο «Χαιρέτα μου τον πλάτανο». Ηταν το πρώτο επιθεωρησιακό κείμενο που έγραψε και δεν το έπαιξε αυτός, το έδωσε σε μένα. Μεγάλο σουξέ. Λεγόταν «Ο τιμάριθμος». Μετά ήμουν στις «Νταντάδες» του Σκούρτη και το καλοκαίρι στον «Αγαπητικό της βοσκοπούλας». Το μπαμ στην καριέρα μου έγινε στην Αθήνα, στο θέατρο Σούπερ Σταρ -νυν «Κάτια Δανδουλάκη»-, με την ανανεωμένη παράσταση «Χαιρέτα μου τον πλάτανο» του Θεσσαλικού Θεάτρου.

Τι θυμάστε από αυτήν την πρεμιέρα;
Το Σούπερ Σταρ το είχε η Ελλη Λαμπέτη, η οποία παρακολουθούσε όλες τις πρόβες. Είναι η πρώτη φορά που θα αποκαλύψω κάτι σχετικά με τη Λαμπέτη, και μάλιστα θα το κάνω με απόλυτο σεβασμό προς το πρόσωπό της. Στην πρεμιέρα είχα τρομοκρατηθεί γιατί είδα ότι, κάτω στην πλατεία, ήταν όλη η ελίτ των τεχνών και των γραμμάτων.

Με το που έπεσε η αυλαία, κατέβηκα γρήγορα τα σκαλιά, γιατί ήμουν πολύ ντροπαλός και δεν μπορούσα να αντικρίσω τον κόσμο μέσα στο ασανσέρ. Εφυγα σαν τρελός, κυνηγημένος από την ευτυχία. Και τη βλέπω κάτω στη στοά, με έναν λευκό σκούφο -είχε ξεκινήσει τότε τις χημειοθεραπείες-, και θυμάμαι ένα χέρι να με πιάνει από τον ώμο. Πήγα να της μιλήσω και μου είπε κάτι απίστευτο: «Δεν θα μιλάμε για μερικά λεπτά, θα κοιτιόμαστε μόνο». Αυτή ήταν η Ελλη Λαμπέτη. Ενα αέρινο, αγγελικό πλάσμα. Σου περνούσε τα συναισθήματά της με το βλέμμα. Αυτό ήταν το «μπράβο» της. Ηταν ασύλληπτη.

Μετά το «Χαιρέτα μου τον πλάτανο» τι συνέβη;
Οι παραστάσεις ήταν sold out σε όλη την Ελλάδα. Ο Λάκης κι εγώ, δυο αγνά παιδιά από την επαρχία, δεν μπορούσαμε να φανταστούμε αυτή την αποδοχή. Τότε η ΕΡΤ μάς κάλεσε μέσω της εκπομπής «Είμαστε στον αέρα» για να μεταφέρουμε το έργο στην τηλεόραση, για χάρη ενός εορταστικού επεισοδίου. Ετσι μπήκαμε στα σπίτια όλων των Ελλήνων.

t5erd_1

Σε αυτό το επεισόδιο ήταν η Καλουτά, ο Πανούσης, η Αρβανιτάκη, ο Γερμανός, κόσμος και ντουνιάς. Τον Λάκη τον πήρε τότε ο Σταμάτης Φασουλής κι ανέβασαν στο θέατρο «Σμαρούλα» την παράσταση «Της Ελλάδας το κάγκελο». Εμένα, μέσω της Σμαρούλας Γιούλη, με πήρε το άλλο σχήμα του Βαγγέλη Λειβαδά στο θέατρο Παρκ για το έργο «Καφενείον η Ελλάς». Το φοβερό είναι ότι οι τίτλοι των παραστάσεων «Χαιρέτα μου τον πλάτανο», «Της Ελλάδος το κάγκελο», «Καφενείον η Ελλάς» ταιριάζουν και στο σήμερα. Ηταν προφητικοί.

Νιώθετε τυχερός που σταθήκατε πλάι σε μεγάλους ηθοποιούς;
Ευγνώμων. Οφείλω τα μέγιστα στους αείμνηστους Φωτόπουλο, Ηλιόπουλο, Βέγγο, Μουστάκα, Ρίζο. Αυτοί οι καλλιτέχνες ήταν φάροι ανθρωπιάς και ταλέντου. Συνεπείς, καθαροί. Οπως με δίδαξαν πολλά ο Βουτσάς, ο Κωνσταντίνου, ο Χάρρυ Κλυνν, οι συνάδελφοι του Ελεύθερου Θεάτρου, από τον Φασουλή μέχρι την Παναγιωτοπούλου. Και, βέβαια, ευχαριστώ τα συγγραφικά δίδυμα Ρήγα – Αποστόλου, Ρέππα – Παπαθανασίου. Πήρα πολλή αγάπη, γνώση, χαρά, δύναμη από όλους.

Οικογένεια αποκτήσατε;
Ναι, δόξα τω Θεώ. Εχω μια κόρη που τη χαίρομαι και η οποία σπουδάζει στο πανεπιστήμιο. Βλέπω τα νέα παιδιά που έχουν πτυχία και φεύγουν από τη χώρα. Δεν μου αρέσει αυτό. Πιστεύω στο δόγμα «μένω στη χώρα και παλεύω να αλλάξω τα πράγματα». Είμαι επαναστάτης από μικρός κι επιβιώνω. Αγαπάω την πατρίδα μου και δεν θέλω να μου την πάρουν. Δεν θα φύγω προκειμένου να αφήσω τους άλλους να βγάλουν την άκρη μόνοι τους. Η γη μας μπορεί να θρέψει πολλούς. Οι δικοί μου ήρθαν με ένα κουτάλι από τον Πόντο, έγιναν νοικοκυραίοι, έκαναν σπίτια, προκοπή, κι έβγαλαν επιστήμονες.

Είστε για τριάντα και πλέον χρόνια ένας από τους πιο αγαπημένους κωμικούς καλλιτέχνες, από τους καλύτερους ρολίστες, ενώ πήρατε υποτροφία ως δραματικός ηθοποιός και τραγωδός. Πώς νιώθετε όταν έρχονται στον δρόμο οι θαυμαστές και σας λένε «γεια σου, ρε Παύλο»; Δεν την «ψωνίσατε» ποτέ;
Τα ανίψια μου είναι γιατρουδάκια και τους λέω «ελάτε, βρε, να σας κάνω το τραπέζι με σουβλάκια». Γελάνε, γιατί τους φαίνομαι απλός. Εγώ δεν έβαλα πλάνο στη ζωή μου να γίνω αναγνωρίσιμος. Προέκυψε. Ο Πάνος Χατζηκουτσέλης έλεγε ότι το τρελό με τους ηθοποιούς είναι ότι θέλουν να γίνουν διάσημοι και μετά βάζουν μαύρα γυαλιά για να μην τους αναγνωρίζουν. Δεν έπαθα ούτε το ένα ούτε το άλλο.

t5erd_7

Εγινα ηθοποιός, γιατί μου άρεσε το θέατρο, με μάγεψε το σανίδι και δεν έχω κανένα πρόβλημα να με χαιρετήσουν στον δρόμο ή να με αγκαλιάσουν. Δεν έγινα ηθοποιός για να το παίξω «μούρη» και να κυκλοφορώ κι εγώ με μαύρα γυαλιά στον δρόμο όπως κάνουν κάποιοι αλλοι. Εδώ, στην περιοχή της Αλεξάνδρας, στου Γκύζη, με ξέρουν οι πάντες. Δεν είμαι ο κύριος Κοντογιαννίδης, είμαι ο γείτονάς τους. Ακούω από το «Τι κάνεις, βρε καρντάσι» μέχρι «Τι γίνεται, βρε καπετάνιε». Την αγαπάω την περιοχή μου. Οταν κατέβηκα από τη Θεσσαλονίκη, επέλεξα την Αλεξάνδρας για να ζήσω γιατί ήταν η πιάτσα των θεάτρων. Ηταν όλη φωταγωγημένη. Δούλευαν οκτώ θέατρα εδώ επί δραχμής και τώρα είναι ερείπιο, νεκροταφείο.

Πληροφορούμαι ότι ανεβάζετε την παράσταση «Σέρρα», που βασίζεται στο ομώνυμο best seller του Γιάννη Καλπούζου. Πώς έγινε αυτή η συνεργασία;
Οταν μου έφεραν το βιβλίο του με ιδιόχειρη αφιέρωσή του, το πήρα στα χέρια μου κι από τις πρώτες σελίδες έπαθα μεγάλη ζημιά. Μου θύμισε αυτά που μου έλεγε η μάνα μου για τον ξεριζωμό των Ποντίων, αλλά με ντοκουμέντα. Εκλαιγα και συνέχιζα να διαβάζω. Ο κεντρικός ήρωάς του, ο Γαληνός Φιλονίδης, ζει όλη την προσφυγιά, αλλά με ημερομηνίες σε ιστορικό φόντο. Μου ήρθε αμέσως στο μυαλό ότι αυτός ο χαρακτήρας θα γινόταν ένας συγκλονιστικός θεατρικός μονόλογος.

Βρεθήκαμε, λοιπόν, με τον Γιάννη Καλπούζο και τον κοινό μας φίλο, τον συγγραφέα Δημήτρη Αρβανίτη, και το βάλαμε κάτω για να δούμε πώς θα γίνει και η παράσταση πρώτη. Γιατί το βιβλίο είναι κορυφαίο σε πωλήσεις, έτσι κι αλλιώς. Συμφωνήσαμε ότι, μέσα σε 33 σελίδες, θα τα πω όλα. Υπάρχουν και δραματοποιημένα σημεία που θα ερμηνεύσουν μέσα από βίντεο ή σκέτο ήχο οι συνάδελφοι Θέμης Πάνου, Εφη Καραγιάννη, Γρηγορία Αυγερινοπούλου και Νίκος Πολοζιάνης.

t5erd_3

Τι έχει το DNA των Ελλήνων και παραμένει σθεναρό;
Δεν ξέρω τι έχουν οι Ελληνες. Εγώ, όπως λέει και ο Καλπούζος στο έργο του, πιστεύω στον άνθρωπο. Δεν με ενδιαφέρει αν είσαι Ρώσος, Ιταλός, Τούρκος. Ανθρωπος είσαι; Από τον προδότη, τον ψεύτη, τον εξουσιομανή, τον άπληστο, κρατάω αυτή τη λέξη. Οι «καλοί άνθρωποι» κρατάνε την ισορροπία σε όλους τους λαούς και στον πλανήτη. Τέσσερις μήνες διαβάζω το βιβλίο του Καλπούζου.

Ο συγγραφέας θυμίζει ότι ο λαός που ψήφισε τον Βενιζέλο κι έφτασε μέχρι τη Σμύρνη ήταν ο ίδιος που τον καταψήφισε κι έγινε η Μικρασιατική Καταστροφή. Δυστυχώς, τότε επικράτησαν τα θηρία κι όχι οι καλοί. Τα λόγια του συγγραφέα είναι διδακτικά κι όχι επιφανειακά.

Οι πολιτικοί, οι καλλιτέχνες, οι άνθρωποι των γραμμάτων και των τεχνών, οι επιστήμονες μπορούν να ορίσουν τα πράγματα; Να δώσουν ιδέες;

Ναι. Θα σας δώσω ένα παράδειγμα. Στα πρώτα κύματα της προσφυγιάς, το 2012, ήμουν σε μια εκπομπή της ΕΡΤ. «Σε λίγο καιρό στη Μεσόγειο θα πνίγεται κόσμος. Το θέμα δεν είναι τα “Δουβλίνο 1”, “Δουβλίνο 2”, αλλά αν τα σύνορα της Ελλάδας ταυτίζονται με εκείνα της Ευρώπης. Διότι αν είναι σύνορα και της Ευρώπης, τότε γιατί μας άφησαν μόνους μας στο Αιγαίο και δεν αναλαμβάνουν οι εταίροι μας την ευθύνη;» είχα πει και ξαφνιάστηκα ευχάριστα όταν άκουσα τα ίδια λόγια, πριν από λίγο καιρό, από τον Πρόεδρο της Δημοκρατίας, τον κύριο Παυλόπουλο. Κακά τα ψέματα. Υπάρχει εδώ και χρόνια από την Ευρώπη ένα σχέδιο για το ποια χώρα θα κάνουν δοκιμαστικό σωλήνα. Σε ποια θα εφαρμοστεί το πείραμα του άκρατου φιλελευθερισμού. Δεν είναι τυχαίο που διάλεξαν την Ελλάδα, γιατί εδώ λειτουργούμε ακόμη εγωιστικά, δεν έχουμε αυξημένη κοινωνική συνείδηση. Μας έριξαν στην κατανάλωση και καβαλήσαμε οι πάντες το καλάμι.

Στην Ελλάδα θα εφαρμοστεί και τέταρτο και πέμπτο, μήπως και έκτο μνημόνιο. Ξέρετε πώς θα πάει το έργο; Με εκλογές. Θα λέει ο ΣΥΡΙΖΑ: «Αν με αφήνατε τρεις μήνες ακόμη στην εξουσία, θα σας έβγαζα στις αγορές» και καπάκι θα έρχεται ο Κυριάκος Μητσοτάκης και θα αναφέρει τα ίδια.

t5erd_2

Είναι αδιέξοδο μόνο για εμάς;
Μιλάμε διαδικτυακά με έναν δικηγόρο στη Φρανκφούρτη και μου λέει ότι ούτε κι η Ευρώπη έχει λύσει τον γόρδιο δεσμό της. Θέλεις την απάνθρωπη Ευρώπη της λιτότητας ή εκείνη της ανάπτυξης και της αλληλεγγύης; Αλλά ας πάμε και στα δικά μας… τα παρανοϊκά. Θέλεις κυβέρνηση Αριστεράς με αρχηγό την Κεντρική Τράπεζα της Ευρώπης; Να το προχωρήσω και παγκοσμίως; Θέλεις επανάσταση με τον Τραμπ, τον δισεκατομμυριούχο; Μα τι θέλεις, Αμερικάνε; Ολος ο πλανήτης είναι σε οικονομική κρίση. Και δυστυχώς η κρίση αυτή δεν έγινε κριτική σκέψη. Υπάρχει σύγχυση.

Θα σώσουμε την Ελλάδα μας από αυτούς που την ορέγονται;
Να πούμε αλήθειες; Μέσα στην κρίση υπάρχει ένα μέρος του ελληνικού λαού που οικονομάει. Ενα μέρος της Ελλάδας έχει 650 δισεκατομμύρια σε τράπεζες του Λουξεμβούργου, της Αγγλίας και της Ελβετίας. Και το μεγάλο κομμάτι της χώρας πάει κατά διαόλου.

Είναι ντροπή να λες στις γριούλες και στους παππούδες «θα σου δώσω σύνταξη των 300 ευρώ». Ας τους τα πάρουν όλα. Και τότε εκείνοι να αρπάξουν τη μαγκούρα και να τους ξαπλώσουν καταγής. Τι σημαίνει «να τρέχει λίγο η κάνουλα»; Αν στάζει ελάχιστα, τότε θα έρθει η Λεπέν και στην Ελλάδα με άλλη μορφή και μάλιστα με μεγάλα ποσοστά.

t5erd_4

Θα αντιδράσουμε;
Ύστερα από ποσοτικές συσσωρεύσεις γίνεται η έκρηξη, για να σας μιλήσω αλά Μαρξ. Αυτήν τη στιγμή συσσωρεύονται πολλά αρνητικά. Εγώ θα σας πω τα λόγια του θεολόγου Αγίου Γρηγορίου Νύσσης: «Ο τοκιστής και ο δανειστής δεν έχουν συναισθήματα». Από τη στιγμή που σʼ τα λέει ένας άγιος τον 4ο αιώνα μ.Χ., πας και παρακαλάς τη Μέρκελ Η ανθρωπιά είναι η μεγαλύτερη ανθρωπιστική αξία.

Από τη Μαρία Ανδρέου.
Πηγή: espressonews.gr